Όταν ένα παιδί μάς μιλάει άσχημα. [Η σοβαρότητα του φαινομένου ανά ηλικία και πότε πρέπει να επέμβουμε]

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Τα παιδιά μας είναι τα πιο γλυκά αγγελούδια στον κόσμο ..μέχρι τη στιγμή που θα ανοίξουν το στοματάκι τους και θα πουν κάτι που θα μας αφήσει παντελώς άφωνους! Και θα σκεφτούμε σοκαρισμένοι και αγανακτισμένοι: μα πώς μπόρεσαν να πουν κάτι τόσο άσχημο; Πού το έχουν ξανα-ακούσει αυτό; Από πού πηγάζει τέτοια κακία; Και άλλα τέτοια.

Δυστυχώς, επιθετικό λόγο μπορεί να χρησιμοποιούν παιδιά όλων των ηλικιών, ακόμα και τα νήπια! Τι κάνουμε λοιπόν εμείς ως γονείς για να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να μιλάνε σωστά, με σεβασμό και ευαισθησία στα συναισθήματα των άλλων; Ας δούμε κάποια δεδομένα, ορισμένους λόγους που μπορεί να συμβαίνει αυτό και τακτικές για να το αντιμετωπίσουμε.

Οι αθώες βρισιές των μικρών παιδιών

Ένα νήπιο είναι πιθανό να ξεστομίσει μία βρισιά που άκουσε, περισσότερο για εντυπωσιασμό παρά για να κακολογήσει κάποιον ή κάποια κατάσταση. Τα μικρά παιδιά λατρεύουν να τραβούν την προσοχή και οι κακές λέξεις είναι από τα λίγα πράγματα που τραβούν τόσο άμεσα και σίγουρα την προσοχή των μεγάλων. Αν δεν έχουν ακούσει την κακιά λέξη στο σπίτι, μπορεί να την έχουν ακούσει στον περίγυρό τους – το σίγουρο είναι όμως ότι αργά ή γρήγορα, θα ακούσουν πολλές τέτοιες λέξεις, αυτό δεν μπορούμε να το αποτρέψουμε.

Επειδή σε μικρή ηλικία το πιο πιθανό είναι να μην ξέρουν καν τι σημαίνει η κακιά λέξη, μπορούμε να αντιδράσουμε στο λεκτικό παραστράτημα του παιδιού μας με δύο τρόπους:

  • Να αγνοήσουμε παντελώς αυτό που ακούσαμε
  • Να ρωτήσουμε το παιδί τι ακριβώς εννοεί με αυτό που λέει (εφόσον δεν ξέρει) φέρνοντάς το σε μία θέση που δεν θέλει να βρίσκεται. ‘Ποια ήταν αυτή η λέξη που είπες; Δε καταλαβαίνω. Τι σημαίνει;’

Είναι αυτονόητο ότι αν δεν θέλουμε το παιδί μας να ξεστομίζει κακές λέξεις θα πρέπει να προσέχουμε κι εμείς να μην τις λέμε. Ας μην ξεχνάμε ότι για τα παιδιά μας, είμαστε ζωντανό παράδειγμα και θα ακολουθήσουν πολύ ευκολότερα αυτά που κάνουμε, παρά αυτά που τούς λέμε με λόγια.

Η λεκτική επίθεση ενός αγανακτισμένου νηπίου

Όμως, ακόμα και αν εμείς μιλάμε με τον πιο όμορφο τρόπο παντού και πάντα, το παιδί μας μπορεί να αρχίσει να χρησιμοποιεί άσχημες λέξεις, να μας λέει πράγματα που δεν θέλουμε να ακούσουμε και να μας προκαλεί με τον τρόπο του. Ήδη από την ηλικία των 3 ετών μπορεί ένα παιδί να μας λέει πχ. ‘δε σ’αγαπώ’ ή ‘είσαι κακός’ ή ανάλογες φράσεις, χωρίς φυσικά να τις εννοεί αυτολεξί, αλλά προσπαθώντας να εκφράσει την αγανάκτησή του με μία κατάσταση. Συνήθως, ένα μικρό παιδί μπορεί να πει κάτι ανάλογο όταν δεν του κάνουμε το χατίρι σε κάτι που μας ζήτησε, ή επειδή απογοητεύτηκε με κάτι που συνέβη και το αποδίδει σε εμάς. Μπορεί ακόμα και να μας κλοτσά, να μας δαγκώνει ή να μας χτυπά για τον ίδιο λόγο, μεταχειρίζοντας φράσεις που πληγώνουν επειδή δεν έχει ακόμα τη δυνατότητα της λεκτικής έκφρασης για να μας πει ακριβώς αυτό που θέλει.

Σε αυτή την περίπτωση το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συμμεριστούμε τον αγανακτισμό του παιδιού και να τον αναγνωρίσουμε:το καταλαβαίνω ότι απογοητεύτηκες που δεν πήραμε το παιχνίδι που ήθελες.’ Και να προχωρήσουμε παραπέρα. Η απλή αναγνώριση των συναισθημάτων του παιδιού μας μπορεί να απαλύνει σημαντικά, έως και να λύσει επιτόπου το πρόβλημα! (αν μάς σπρώχνει με δύναμη βέβαια, θα πρέπει και να του κρατήσουμε σταθερά τα χεράκια του ώστε να σταματήσει, κοιτάζοντάς το στα μάτια και μιλώντας του με ευγένεια).

Όταν το παιδί ηρεμήσει και είναι σε καλή διάθεση, καλό είναι να ανακαλέσουμε το σκηνικό και να του πούμε πχ. ότι ‘το καταλαβαίνω ότι θύμωσες, αλλά δε μου άρεσε που με έσπρωξες ή που μου είπες ότι είμαι κακιά. Δεν είναι σωστό να γινόμαστε επιθετικοί όταν δεν μας αρέσει κάτι.’ Έτσι θα καταλάβει ότι η αρνητική του συμπεριφορά απέναντί μας δεν περνάει απαρατήρητη, αλλά και ότι ενδιαφερθήκαμε να το συζητήσουμε μαζί του σε μία προσπάθεια να αποκαταστήσουμε την καλή σχέση μαζί του. Αυτό είναι ένα ανεκτίμητο μάθημα διαχείρισης σχέσεων που μπορεί να ακολουθήσει το παιδί σε όλη τη ζωή του.

Σε γενικές γραμμές, όταν ένα νήπιο παρουσιάζει μία επιθετική συμπεριφορά, όποια και αν είναι αυτή, είναι ένα σημάδι ότι χρειάζεται ενθάρρυνση και εκπαίδευση/καθοδήγηση.

Όταν τα παιδιά μάς πληγώνουν εν γνώσει τους

Μεγαλώνοντας, ένα παιδί μπορεί να αρχίσει να γίνεται αρκετά επιθετικό στον λόγο του έως και κυνικό απέναντί μας. Να μεταχειρίζεται φράσεις που μας πληγώνουν εν γνώσει του, να μας ειρωνεύεται, να μας εκθέτει σε δημόσιο χώρο κτλ. Αυτό δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει καταστροφικά για τη σχέση μας και καλό είναι να κάνουμε κάποιες κινήσεις για να το διαχειριστούμε πριν γίνει ο κανόνας (όχι ότι αν γίνει ο κανόνας είναι πια άλυτο το πρόβλημα, απλώς μπορεί η λύση του να είναι λίγο πιο δύσκολη – πάντα υπάρχει τρόπος να λυθεί ένα πρόβλημα!)

Συνήθως η συμπεριφορά αυτή έχει βαθύτερα αίτια: το παιδί ζορίζεται με κάτι και προσπαθεί με τη συμπεριφορά του να ξεσπάσει ή να μας εκδικηθεί (αν η αγανάκτισή του οφείλεται σε κάτι που κάναμε ή που κάνουμε εμείς). Για να ανακαλύψουμε ποιο είναι αυτό το κάτι, πρώτα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η κακή συμπεριφορά του παιδιού μας χτυπάει ένα καμπανάκι που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Είναι μία έκκληση για βοήθεια, παρόλο που είναι πολύ καλά καμουφλαρισμένη. Και εδώ, το παιδί χρειάζεται ενθάρρυνση, αλλά για να του την προσφέρουμε με επιτυχία, θα μάς βοηθήσει πολύ το να ξέρουμε ποιά είναι η αιτία της δυσφορίας του.

Αν έχει αλλάξει κάτι πρόσφατα στην πραγματικότητα της οικογένειας, όπως ένα διαζύγιο, μία μετακόμιση, η έλευση ενός αδερφού, μιας αδερφής, μπορεί να πονηρευτούμε πιο εύκολα για τον λόγο που το παιδί μας ζορίζεται και να το ρωτήσουμε ευθέως πώς νιώθει για αυτό.

Αν όμως δεν συντρέχει κάποιος ξεκάθαρος λόγος, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το παιδί για να μάθουμε τον λόγο που ξεσπάει λεκτικά επάνω μας. Όταν λοιπόν το παιδί είναι ήρεμο και δεκτικό στο να ακούσει, μπορούμε να ανοίξουμε τη συζήτηση με κάτι τόσο απλό όσο το ‘πώς ήταν η μέρα σου;’ ‘έγινε κάτι σήμερα που σου άρεσε;’ ‘έγινε κάτι σήμερα που δε σου άρεσε;’ Δίνοντάς του έτσι το έναυσμα με την τελευταία ερώτηση να μας δώσει κάποια στοιχεία για αυτό που το απασχολεί. Αν το παιδί δεν έχει κάτι να συνεισφέρει, μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτηση λέγοντάς του εμείς πώς ήταν η μέρα μας, τι μας άρεσε και τι δεν μας άρεσε (αφήνοντας απ’έξω κάτι που δε μας άρεσε αν αυτό είχε σχέση με το παιδί – καλό είναι να αποφύγουμε την κριτική εδώ). Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε τι θα έχει να πει το παιδί και να μην μονοπωλούμε τη συζήτηση αν αρχίσει να μας μιλάει. Σκοπός εδώ είναι να ακούσουμε και να μάθουμε από το παιδί. Μπορεί ο λόγος να είναι απλά ότι νιώθει παραμελημένο ή ότι δεν σεβόμαστε τις ανάγκες του (πχ. για ανεξαρτησία).

Μετά από μία αρχική προσπάθεια προσέγγισης της οπτικής του παιδιού μας λοιπόν, έχει μεγάλη σημασία να δώσουμε στο παιδί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσοχή μπορούμε το επόμενο διάστημα. Αν νιώθει παραμελημένο ή πληγωμένο ή περιορισμένο, μπορεί να βγάζει με τον τρόπο που μιλάει όλη την έντασή του πάνω μας. Η θετική προσοχή σε όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε με τα παιδιά μας μπορεί να φτάσει πολύ μακριά. Η φιλική συζήτηση παραπάνω είναι ένα παράδειγμα θετικής προσοχής, και είναι στοχευμένη στο να διερευνήσουμε ποιό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το παιδί, αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα που μπορούμε να κάνουμε, όπως το να κάνουμε στο παιδί μία έκπληξη όταν δεν το περιμένει, να ζητήσουμε τη γνώμη του για κάτι, να ζητήσουμε τη βοήθειά του σε κάτι, να κάνουμε μία βόλτα μαζί (χωρίς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας), να του κάνουμε ένα κοπλιμέντο, να αναφέρουμε κάτι που έκανε καλά και το προσέξαμε, και άλλα πολλά.

Ό,τι και αν κάνουμε πάντως, ας έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι δεν θα αλλάξει κάτι σε μία νύχτα. Τέτοιες αλλαγές στη συμπεριφορά θέλουν τον χρόνο τους. Το παιδί πρέπει να νιώσει καλύτερα και να πειστεί βαθιά είτε ότι αυτό που βλέπει τώρα σαν πρόβλημα, δεν είναι στην πραγματικότητα, ή ότι υπάρχει λύση και θα τη βρει, με την υποστήριξή μας.

Γι’αυτό δεν πρέπει να χάσουμε το κουράγιο μας ή την πίστη στο παιδί μας αν η όλη διαδικασία παίρνει χρόνο. Με υπομονή και επιμονή, κάποια στιγμή θα δούμε ότι το παιδί θα αρχίσει να ανταποκρίνεται και να φέρεται σε εμάς και τους γύρω του καλύτερα.

Λεκτική επιθετικότητα από τα (μεγάλα) παιδιά μας και από ενήλικες

Κλείνοντας, θα αναφέρουμε εδώ άλλη μία στρατηγική αντιμετώπισης της κακής λεκτικής συμπεριφοράς που έχει ισχύ όχι μόνο σε σχέσεις γονιού-παιδιού αλλά σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις.

Κανένας άνθρωπος δε το αξίζει να του συμπεριφέρονται άσχημα. Γι’αυτό, σε οποιαδήποτε λεκτική επίθεση, είναι σημαντικό να σταματάμε τον δράστη λέγοντάς του ξεκάθαρα, με πολιτισμένο και ήπιο τόνο ότι αυτό που λέει είναι προσβλητικό και δεν το δεχόμαστε. Αν συνεχίσει, θα πρέπει να αποσυρθούμε από το πεδίο δράσης ώστε να καταλάβει ότι όταν γίνεται επιθετικός/ή, δεν μπορεί να επικοινωνήσει ή να έχει οποιαδήποτε επίδραση πάνω μας, όπως το να μας πληγώσει, να μας ελέγξει κτλ.

Η λογική συνέπεια άρα – αν μπορούμε να αποδώσουμε μία συνέπεια στην επιθετική λεκτική συμπεριφορά – είναι ότι όποιο και αν είναι το περιεχόμενο των λεγόμενων, αυτό δεν θα εισακουστεί. Δεν θα ληφθεί καν υπ’όψη, αν δεν εκφραστεί εκ νέου με σεβασμό και ευγένεια.

Δείτε περισσότερα στο MyCare.gr για το πώς να αντιμετωπίσετε την επιθετική λεκτική συμπεριφορά, είτε αυτή προέρχεται από το παιδί σας* ή από οποιονδήποτε άλλο.

*Περισσότερο για παιδιά σε εφηβική ηλικία

Περισσότερα άρθρα