Μία ιστορία με μία ζώνη, που δεν ήθελε να μπει
Επικαιρότητα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΜΕ ΑΓΑΠΗ

Μία ιστορία με μία ζώνη, που δεν ήθελε να μπει

June 2, 2021

author:

Parenting.gr

Μία ιστορία με μία ζώνη, που δεν ήθελε να μπει

Ανάγνωση σε 4′

Ήταν μία Κυριακή μεσημέρι. Τα παιδιά είχαν μείνει με τα ξαδέρφια τους το Σάββατο το βράδυ, και όπως ήταν αναμενόμενο, το συνηθισμένο πρωινό ξύπνημα στις έξι μετατέθηκε στις τέσσερις εκείνο το πρωί, από τη λαχτάρα τους για παιχνίδι. Που σημαίνει ότι την ώρα που πήγα να τα παραλάβω, δεν παρέλαβα παιδιά, αλλά δύο χαριτωμένα σακιά με πατάτες που σύρθηκαν απρόθυμα μέχρι το αυτοκίνητο, έτοιμα να εκραγούν με την παραμικρή αφορμή.

Και αυτή φυσικά δεν άργησε να εμφανιστεί…

Γιατί ενώ ο γιος μου ήθελε να φύγει και να πάμε γρήγορα σπίτι, η κόρη μου ήθελε να φάμε πρώτα με τα ξαδέρφια και να φύγουμε μετά. Γεγονός που οδήγησε σε ένα αναπόφευκτο μικροπροβληματάκι: αρνήθηκε κατηγορηματικά να βάλει τη ζώνη.

Εγώ δεν είχα την καλύτερη διάθεση και το τελευταίο που ήθελα ήταν προβλήματα. Είπα όμως από μέσα μου ότι εντάξει, ένα μικροπροβληματάκι είναι, θα λυθεί γρήγορα και θα φύγουμε. Πού να ήξερα τί με περίμενε για τα επόμενα 20 λεπτά!

Πήρα λοιπόν μία βαθιά ανάσα, κάθισα στη θέση του οδηγού και είπα στην κόρη μου ότι όταν βάλει ζώνη θα φύγουμε, γιατί το αυτοκίνητο δεν μπορεί να κινηθεί αν δεν φοράμε όλοι ζώνη. Και περίμενα. Το είχα πάρει βαθιά μέσα μου απόφαση ότι δε θα φωνάξω. Αυτό που δεν υπολόγισα όμως εκείνη την ώρα, ήταν ότι είχα και άλλο ένα παιδί! Το οποίο δεν παίρνει γενικά τέτοιες αποφάσεις…

Όταν λοιπόν είδε τη μικρή να χασομεράει και να σουλατσάρει μέσα στο αυτοκίνητο ανέμελη, δεν του πήρε και πολλή ώρα να εκφράσει την έντονη δυσαρέσκειά του με τη δυνατότερη φωνή που μπορούσε να βγάλει δεδομένης της κούρασης και της αυπνίας: ‘ΒΑΛΕ ΤΩΡΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΣΟΥ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΣΕ ΧΤΥΠΗΣΩ!!!!!’

Η αδερφούλα του… αμετακίνητη. Παρακολουθούσε νωχελικά και περίμενε να δει τί θα γίνει.

Προς τον γιο μου: ‘αγάπη μου, δε χτυπάμε, πονάει. Δως της λίγο χρόνο και θα τη βάλει.’

Μετά από μερικά ακόμα δευτερόλεπτα αμήχανης στασιμότητας στο αυτοκίνητο, ο γιος μου βγάζει τη ζώνη του για να φτάνει στο απέναντι καρεκλάκι και με το μεγαλύτερο μένος και αχαλίνωτο πλέον θυμό, αρχίζει να χτυπάει με δύναμη την αδερφή του. Η οποία άρχισε να κλαίει φυσικά.

Πανικός! Σηκώνομαι από τη θέση του οδηγού και πάω στο πίσω κάθισμα για να τους χωρίσω. Μέσα στη βαβούρα της στιγμής, ό,τι και να έλεγα απλώς δεν θα ακουγόταν, οι φωνές και τα κλάματα τα κάλυπταν όλα. Κράτησα τον γιο μου για λίγο ώστε να μη τη φτάνει και περίμενα να ηρεμήσει.

Και του είπα: ‘αγάπη μου έχεις δίκιο, θέλεις να φύγουμε αμέσως και να πάμε σπίτι.. το ξέρω. Κι εγώ θέλω να φύγουμε! Το ξέρω ότι είσαι κουρασμένος και θες να φτάσουμε γρήγορα. Δως μου ένα λεπτό να μιλήσω με την αδερφή σου και θα φύγουμε, εντάξει;’

Βγαίνω και κυκλώνω το αυτοκίνητο να πάω κοντά στην κόρη μου από την πλευρά της: ‘αγάπη μου ήθελες να μείνουμε ε; Και να φύγουμε μετά το φαγητό… το ξέρω. [Κλάματα… λυγμοί…] Το ξέρω… το ξέρω ότι είναι δύσκολο να φύγεις όταν περνάς τόσο ωραία με τα ξαδέρφια σου. Αλλά ο αδερφός σου είναι πολύ κουρασμένος και θέλει να πάμε γρήγορα σπίτι. Έλα, βάλε τη ζώνη να ξεκινήσουμε σιγά σιγά. Μάς περιμένει ο μπαμπάς να φάμε όλοι μαζί.’

Της φοράω τη ζώνη κάπως βεβιασμένα, αλλά με αφήνει, και κάθομαι στη θέση του οδηγού, μόνο για να ανακαλύψω ότι με το που βάζω μπρος το αυτοκίνητο, βγάζει μόνη της τη ζώνη και ξεκινάει πάλι ο ίδιος πανικός με πριν. Φωνές, χτυπήματα, κλάματα.

Τί μπορεί πια να κάνει ένας γονιός;

Έκλεισα τα μάτια και πήγα στο γαλήνιο μέρος μου, νοητικά φυσικά. Δεν έκανα τίποτα για ένα λεπτό παρόλο τον πανικό στο πίσω κάθισμα, αλλά κάποια στιγμή τα παιδιά το πρόσεξαν ότι είχα πάει «κάπου αλλού.» Στο τέλος απλώς βγήκα από το αυτοκίνητο, έβαλα την κόρη μου στο καρεκλάκι, της έβαλα τη ζώνη και ξεκίνησα να οδηγώ. Χωρίς λόγια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν και οι δύο αποκοιμηθεί.

Όσο και αν το παραπάνω αγγίζει τα όρια του χάους, δεν παύει να είναι ένα μικρό δείγμα της πραγματικής ζωής με τα παιδιά. Όταν λοιπόν τα μικρούλια αποκοιμήθηκαν, δε μπορώ να πω ότι ένιωσα άσχημα με τον τρόπο που το αντιμετώπισα, και αυτό γιατί:

  • Αρχικά έκανα αυτό που κάνω συνήθως με τη συμπεριφορά στο αυτοκίνητο, υπενθύμισα έναν απαράβατο κανόνα που έχουμε: όταν δε βάζουμε ζώνη, το αυτοκίνητο δε μπορεί να κινηθεί. Είναι μία λογική συνέπεια.
  • Όταν ο γιος μου άρχισε να φωνάζει και να απειλεί με χτυπήματα, του θύμισα το όριο για τα χτυπήματα: δε χτυπάμε, πονάει.
  • Έδωσα λίγο χώρο στην κόρη μου να συμμορφωθεί και έδειξα πίστη ότι θα το κάνει, θα βάλει τη ζώνη της, απλώς θέλει λίγο χρόνο να αποδεχτεί ότι φεύγουμε. Ήθελα να την ενθαρρύνω να κανει μόνη της το σωστό.
  • Όταν τελικά άρχισαν τα χτυπήματα, – μιας και πόσο υπομονή να κάνει ένα παιδάκι 5 χρονών; – τότε τον κράτησα για να σταματήσει. Χωρίς να τον πονέσω φυσικά, και χωρίς λόγια, απλώς έπρεπε να προστατέψω την αδερφή του από κάθε βία.
  • Άκουσα την πλευρά και των δύο και έδειξα κατανόηση για τον τρόπο που νιώθουν, αναγνώρισα τα συναισθήματά τους. Όταν έχουμε την ευκαιρία να δούμε και τη θέση του άλλου με τον οποίο είμαστε σε αντιπαράθεση, βλέπουμε πιο αντικειμενικά την κατάσταση. Ξεκινάμε να βλέπουμε τη δική μας θέση από άλλη οπτική γωνία, κι αυτό μπορεί να μετριάσει κάπως το πάθος της στιγμής. Αν αργότερα στη ζωή τους τούς γίνει δεύτερη φύση το να σκέφτονται τη θέση του άλλου σε κάθε αντιπαράθεση, αλλά ακόμα και σε κάθε προσωπικό ή εργασιακό θέμα, κάθε διαπραγμάτευση, κ.ο.κ., τότε θα έχουν έναν άσο στο μανίκι τους.

Όταν είδα ότι μετά από 20 λεπτά η κόρη μου δεν είχε βάλει ακόμα τη ζώνη της, τότε απλώς έκανα αυτό που έπρεπε να γίνει. Της την έβαλα εγώ και ξεκίνησα να οδηγώ. Ακόμα και με όλα τα κόλπα του κόσμου, οι γονείς φτάνουμε καμιά φορά σε αδιέξοδο. Και εκεί, πρέπει απλώς να κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει. Χωρίς φωνές, χωρίς προσβολές, χωρίς εξευτελισμό και απειλές. Με ψυχραιμία και κατανόηση για το παιδί. Εξάλλου, συνήθως αυτό που μετανιώνουμε μετά και μάς γεμίζει τύψεις, δεν είναι ότι αυτό που έπρεπε να γίνει έγινε με το ζόρι, αλλά ο τρόπος που φερθήκαμε στο παιδί. Οι φωνές, οι προσβολές, ο εξευτελισμός.

Αντί για φωνές, ένα ‘το ξέρω ότι είναι δύσκολο καμιά φορά. Σ’αγαπώ πολύ’ μπορεί να πάει τη σχέση μας πολύ μακριά. Είναι σαν να λέμε στο παιδί ότι παρ’όλη την δύσκολη συμπεριφορά του καμιά φορά, εμείς πάντα θα το αγαπάμε, αυτό δεν αλλάζει.

Σωστά;