Οι τιμωρίες δεν φέρνουν αποτέλεσμα [τα είδη της τιμωρίας και τί άλλο μπορούμε να κάνουμε, για άμεσα αποτελέσματα]

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ανάγνωση σε 8′

Ο Έκτορας έπαιζε με το χώμα στις γλάστρες του σαλονιού και για άλλη μία φορά, το χώμα είχε σκορπιστεί σε όλο το πάτωμα. ‘Δε το πιστεύω ότι ΠΑΛΙ βλέπω χώματα στο πάτωμα! Πόσες φορές σου το έχω πει; Δε μπορώ να μαζεύω συνέχεια! Δε το καταλαβαίνεις; Πήγαινε ΤΩΡΑ στο δωμάτιό σου να σκεφτείς αυτό που έκανες και έλα μόνο όταν το έχεις σκεφτεί καλά!’ λέει η μαμά, και λίγο το έχει σκεφτεί και η ίδια, γιατί εκτός του ότι επιβάλλει στο παιδί της την απομόνωση με το έτσι θέλω, το αναγκάζει να σκεφτεί πράγματα που η ίδια δεν θα ήθελε το παιδί της να σκεφτεί (περισσότερα παρακάτω).

Η τιμωρία, ενώ μπορεί να φέρει μόνο προσωρινά αποτελέσματα και όχι πάντα, γενικά δεν λειτουργεί. Καμία ‘ποσότητα’ τιμωρίας δεν μπορεί να επιφέρει υποταγή με διάρκεια στο χρόνο. Όταν η ίδια τιμωρία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, θα πρέπει να είναι εμφανές ότι αυτή δεν είναι αποτελεσματική. Μάλιστα, όσο η μαμά και ο μπαμπάς τιμωρούν, τόσο το παιδί βρίσκει τρόπους να το ανταποδίδει. Και κάθε γονιός ξέρει πόσο ευρηματικά μπορούν να γίνουν τα παιδιά σε τέτοια θέματα…

Ας δούμε ποια είναι τα είδη της τιμωρίας που χρησιμοποιούμε και με ποιές άλλες μεθόδους μπορούμε να την αντικαταστήσουμε. Μεθόδους πολύ πιο ήπιες, αλλά και αποτελεσματικές, πολύ πιο εύκολες για το παιδί αλλά και για τον γονιό.

Ας ξεκινήσουμε με τα δύο χειρότερα είδη, τη σωματική και τη λεκτική βία.

Η σωματική βία

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα της παιδοψυχολογίας, η σωματική βία ως τιμωρία δεν ενδείκνυται σαν μέθοδος πειθαρχίας. Πληγώνει το παιδί βαθιά και το κάνει να χάνει την αξιοπρέπειά του, λίγη όμως αξιοπρέπεια έχει μείνει και στο γονιό αφότου έχει τελειώσει τη ‘δουλειά’ του. Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε πριν σηκώσουμε χέρι στο παιδί.

Η λεκτική βία

‘Είσαι κακό παιδί!’ ‘Εσύ φταις που είμαι πάντα κουρασμένος/η!’ ‘Με ντροπιάζεις μπροστά σε όλους!’ …και όλα αυτά με φωνές. Η λεκτική βία μπορεί να είναι ακόμα πιο καταστροφική από τη σωματική, γιατί είναι μία άμεση επίθεση στην ψυχή του παιδιού. Πληγώνει το παιδί βαθιά και το κάνει να χάνει την αξιοπρέπειά του, το εξευτελίζει και το κάνει να αναθεωρήσει την προσωπική του αξία. Κανένα παιδί δεν είναι ανάξιο και κανένα παιδί δεν φταίει για όλα μας τα δεινά. Η λεκτική βία δεν μάς προσφέρει πολλά περισσότερα από το να βλάπτει τη σχέση μας με το παιδί και να καταρρακώνει την αυτοπεποίθησή του.

Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι πρέπει πάντα να ξεχωρίζουμε την πράξη από αυτόν που έκανε την πράξη. Με άλλα λόγια, αν ένα παιδί κάνει κάτι κακό, κακό δεν είναι το παιδί, κακό είναι αυτό που έκανε. Πριν ενεργήσουμε με οποιοδήποτε τρόπο, είναι απαραίτητο να κάνουμε αυτό τον διαχωρισμό.

Η απομόνωση

Το να πούμε σε ένα παιδί κάτω των 7 ετών να πάει κάπου να σκεφτεί αυτό που έκανε είναι άτοπο, γιατί με βάση το αναπτυξιακό του στάδιο, δεν έχει ακόμα την ικανότητα να κάνει τέτοιους συλλογισμούς. Στην καλύτερη των περιπτώσεων απλώς θα κάνει υπομονή περιμένοντας να περάσει η ώρα και απορώντας γιατί είναι στη θέση που είναι, και τί το έκανε να βρεθεί εκεί. Αλλά και σε ένα μεγαλύτερο παιδί, η αναγκαστική απομόνωση είναι απίθανο να το κάνει να σκεφτεί τα πράγματα που θέλουμε εμείς να σκεφτεί ώστε την επόμενη φορά να συμπεριφερθεί καλύτερα. Απλώς, πληγωμένο, θα περιμένει να περάσει η ώρα με σκέψεις όπως ‘Δε το αξίζω αυτό, γιατί μου το κάνει;’ ‘Για να μου το κάνει, σημαίνει ότι δε με αγαπάει’ ‘Θα δει τι έχει να γίνει την επόμενη φορά!’ και άλλα σχετικά που αντί να συνετίσουν το παιδί, το κάνουν απλώς εκδικητικό. Το πιο πιθανό είναι να αντεπιτεθεί αργότερα ορμώμενο από την ανάγκη του να ‘πατσίσει’ με τον γονέα. Η απομόνωση λοιπόν κάνει το παιδί να θεωρεί ότι αδικείται, το κάνει εκδικητικό, το κάνει να σκέφτεται ότι είναι κακό παιδί και να νιώθει άσχημα γι’αυτό, του προκαλεί στενοχώρια και θλίψη, και υπονομεύει την αυτοπεποίθησή του. Η απομόνωση, δεν είναι μία καλή μέθοδος πειθαρχίας.

Οι απειλές

‘Φόρα τώρα το μπουφάν σου, αλλιώς θα σε δείρω!’ ‘Μάζεψε το δωμάτιό σου τώρα, αλλιώς δεν θα φας παγωτό το απόγευμα’ ‘Κλείσε την τηλεόραση τώρα, αλλιώς δεν θα δεις παιδικά αύριο!’ ‘Κάνε τα μαθήματά σου, αλλιώς δεν έχει παιχνίδι μετά!’ Κ.ο.κ.

Πολλές φορές, μάς φαίνεται λογικό να απειλούμε τα παιδιά μας με διάφορες δυσάρεστες για αυτά καταστάσεις, προκειμένου να τα κάνουμε να συμπεριφερθούν με τον τρόπο που θέλουμε. Οι απειλές όμως, συνήθως προέρχονται από μία δική μας ανάγκη για εκτόνωση και τις περισσότερες φορές δεν τις πραγματοποιούμε. Τα παιδιά το καταλαβαίνουν άμεσα και τέτοιες νύξεις μαθαίνουν να μην τις υπολογίζουν. Ακόμα όμως και να τηρήσουμε την ‘υπόσχεσή’ μας και να επιβάλουμε την τιμωρία, δεν καταφέρνουμε πολλά περισσότερα από το να κάνουμε τα παιδιά να αναζητούν τον επόμενο τρόπο που θα αντεπιτεθούν και θα μάς εκδικηθούν για τη στάση μας.

Η στέρηση προνομίων

Μέσα στα πλαίσια της τιμωρίας, μπορεί να στερήσουμε από το παιδί μας κάτι που για αυτό έχει μεγάλη αξία, ξέροντας ότι έτσι θα το κάνουμε να μετανιώσει για την όποια κακή συμπεριφορά του και ελπίζοντας ότι την επόμενη φορά θα συμπεριφερθεί καλύτερα. Κάποια παραδείγματα είναι να στερήσουμε σε ένα παιδί τη βόλτα το Σαββατοκύριακο, ή να του στερήσουμε το παιχνίδι στη γειτονιά με τους φίλους του για ένα διάστημα που εμείς θωρούμε ότι θα βάλει το παιδί ‘στον ίσιο δρόμο.’ Ως μέθοδος τιμωρίας, η στέρηση προνομίων δεν είναι χρήσιμη, είναι απίθανο να φέρει αποτελέσματα και ενδέχεται να κάνει το παιδί να ακολουθήσει προκλητικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της περιόδου στέρησης.

Η επίπληξη

Όταν μαλώνουμε τα παιδιά μας για οποιοδήποτε λόγο υψώνοντας τη φωνή μας και εξηγώντας γιατί κάτι που έκαναν είναι λάθος και γιατί δεν πρέπει να το ξανακάνουν, πετυχαίνουμε κυρίως να τα στενοχωρούμε, να τα φοβίζουμε (αν οι φωνές είναι πολύ δυνατές), να τα κάνουμε να νιώθουν ανάξια, και ως αποτέλεσμα, να πληγώνουμε τη σχέση μας μαζί τους. Οι φωνές μας μπορεί να προκαλέσουν στο παιδί κλάμα, θλίψη, θυμό, επαναστατικότητα, άρνηση και άλλες σχετικές αντιδράσεις και συναισθήματα. Μπορεί να προκαλέσουν οτιδήποτε, εκτός από αυτό που είχαμε εμείς κατά νου: την αλλαγή της συμπεριφοράς.

Αντί για τιμωρία

Αν μπορούσαμε να πούμε με μία λέξη την μέθοδο με την οποία μπορούμε να αντικαταστήσουμε οποιαδήποτε τιμωρία, αυτή είναι η ίδια μας η πράξη. Με λίγα λόγια, δεν τιμωρούμε, πράττουμε, ενεργούμε, δείχνοντας στο παιδί ποια είναι η σωστή συμπεριφορά την οποία απαιτούμε όχι εμείς, αλλά μία συγκεκριμένη κατάσταση.

Ένα παράδειγμα από την καθημερινή ζωή των ενηλίκων είναι ότι αν περάσουμε το φανάρι με κόκκινο, είναι πολύ πιθανό να τρακάρουμε. Η τήρηση των φαναριών στην οδήγηση είναι ένας άγραφος κανόνας για όλους τους οδηγούς ο οποίος εξασφαλίζει την ασφάλεια όλων. Η κατάσταση, και όχι κάποιος φοβερός μπαμπούλας, επιβάλλει σε όλους να συμμορφωθούν με αυτόν τον κανόνα, για το καλό όλων. Φυσικά, δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα.

Ας δούμε τί μπορούμε να κάνουμε στις παραπάνω περιπτώσεις για να αντικαταστήσουμε μία μέθοδο που δεν φέρνει αποτελέσματα με διάρκεια στον χρόνο και που δυσκολεύει αφάνταστα τη δουλειά μας ως γονείς: την τιμωρία.

Η σωματική και η λεκτική βία επιβάλλονται όταν θέλουμε ηθελημένα να πληγώσουμε το παιδί και αν τύχει να καταφύγουμε σε αυτές τις μεθόδους σε μία στιγμή αδυναμίας (που μπορεί να συμβεί γιατί και οι γονείς είναι άνθρωποι), καλό είναι απλώς να αναγνωρίσουμε ότι χάσαμε τον έλεγχο και ‘ξεφύγαμε,’ ότι αυτά δεν είναι ενδεδειγμένες μορφές διαπαιδαγώγησης και ότι την επόμενη φορά θα τα πάμε καλύτερα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι καταφύγαμε σε αυτές τις μεθόδους ‘για το καλό του παιδιού.’ Επίσης, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, θα πρέπει να ζητήσουμε συγγνώμη από το παιδί και να του ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είχαμε σκοπό να του προκαλέσουμε πόνο.

Όσον αφορά στην απομόνωση, όταν το παιδί έχει κάνει κάτι κακό, όχι μόνο δεν πρέπει να το απομονώσουμε, αλλά πρέπει να σταθούμε κοντά του, να συζητήσουμε μαζί του και να το κάνουμε να νιώσει καλύτερα. Να το βοηθήσουμε να ξεπεράσει τον λόγο που το οδήγησε στην κακή συμπεριφορά που συνήθως είναι κάτι πολύ βαθύτερο από το προφανές.

Το ίδιο όμως ισχύει και για όλα τα άλλα είδη τιμωρίας. Είναι δουλειά του γονέα να προσεγγίσει το παιδί και να ανακαλύψει τον πραγματικό λόγο που το παιδί συμπεριφέρθηκε άσχημα, αλλά ακόμα και να μην καταφέρει να μάθει τον λόγο, έγκειται στον ρόλο του γονέα να συμπαρασταθεί στο παιδί και να ξεκινήσει έναν διάλογο μαζί του για να ξεπεραστεί οποιαδήποτε δυσκολία.

Τί μπορεί όμως να κάνει αντί να το στείλει στην απομόνωση; Ή αντί να του στερήσει κάποιο σημαντικό για αυτό προνόμιο, ή να το μαλώσει; Αυτό, εξαρτάται από το τί έκανε το παιδί.

  1. Αν σκόρπισε το χώμα από τις γλάστρες θα πρέπει να το μαζέψει πριν κάνει οτιδήποτε άλλο που θέλει να κάνει, ή, αν είναι μωρό και δεν μπορεί να μαζέψει μόνο του, κάθε φορά που πλησιάζει μία γλάστρα θα πρέπει να το απομακρύνουμε. Χωρίς φωνές, απειλές ή θυμωμένο ύφος. Χωρίς πολλά λόγια. Η πράξη μας, η απομάκρυνσή του κάθε φορά που πλησιάζει, περνάει το μήνυμα ότι απαγορεύεται να πειράζουμε τις γλάστρες.
  2. Αν την ώρα που παίζουμε πετάει τα παιχνίδια του στον τοίχο θα πρέπει να διακόπτουμε το παιχνίδι μέχρι να είναι έτοιμο να παίξει πολιτισμένα, λέγοντας για παράδειγμα ‘Λυπάμαι που δεν έχεις όρεξη να παίξουμε τώρα, πες μου όταν είσαι έτοιμος να παίξουμε πάλι.’ Και να αποχωρούμε από το δωμάτιο.
  3. Αν χαλάει τον κόσμο με κάποιο θορυβώδες παιχνίδι και μάς ενοχλεί, θα πρέπει αφότου το έχουμε παρακαλέσει να το χαμηλώσει και δεν το έχει κάνει, απλώς να απομακρύνουμε το παιχνίδι.
  4. Αν είναι επιθετικό προς τα άλλα παιδιά στην παιδική χαρά, θα πρέπει να το πάρουμε να φύγουμε και να πάμε σπίτι. Μπορούμε να του πούμε ‘Λυπάμαι που δεν έχεις όρεξη να είσαι φιλική με τα άλλα παιδάκια σήμερα, θα πάμε σπίτι τώρα και μπορείς να δοκιμάσεις πάλι αύριο.’
  5. Αν έχει προκλητική συμπεριφορά στο σούπερ μάρκετ, θα πρέπει την επόμενη φορά να το αφήσουμε σπίτι. ‘Δε μπορείς να έρθεις σήμερα για ψώνια, θα μείνεις με τον μπαμπά. Αύριο μπορούμε να πάμε πάλι μαζί.’ Είναι απίθανο όταν ξαναπάτε μαζί να έχει την ίδια προκλητική συμπεριφορά. Αν όμως την έχει, θα πρέπει να μείνει σπίτι τις επόμενες λίγες φορές που θα πάτε στο σούπερ μάρκετ.
  6. Αν κάνει φασαρία στο σαλόνι και ενοχλεί, θα πρέπει να του ζητάμε να πάει στο δωμάτιό του (για να μην ενοχλεί). Ο τρόπος εδώ που θα το πούμε έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν θα πρέπει να είναι αυταρχικός: το ‘Πήγαινε στο δωμάτιό σου τώρα!’ είναι τιμωρία και προκαλεί αισθήματα επαναστατικότητας στο παιδί. Αν όμως του πούμε ‘Οι φωνές σου ενοχλούν, θέλεις να πας μόνος σου στο δωμάτιό σου ή να σε πάω εγώ;’ Αυτό δείχνει στο παιδί ότι η συμπεριφορά του δεν είναι αποδεκτή, και με το να του δίνουμε την επιλογή για το πώς θα πάει στο δωμάτιό του ευγενικά, δείχνουμε τον απαραίτητο σεβασμό στο παιδί. Στο δωμάτιο τού λέμε ότι όταν είναι έτοιμο, μπορεί να ξαναέρθει στο σαλόνι. Το πιο πιθανό είναι να έρθει κατευθείαν και να είναι ήσυχο. Ή, μπορεί να ξεσπάσει σε κλάματα, να μείνει στο δωμάτιό του για λίγο και να έρθει μετά. Τα παιδιά καταλαβαίνουν όταν κάτι είναι άδικο ή δίκαιο. Εδώ, στη δεύτερη περίπτωση, μπορεί να του πάρει λίγο χρόνο να το χωνέψει, αλλά αυτό που του ζητήσαμε προκειμένου να μην ενοχλεί, είναι δίκαιο. Αν του φερθούμε και με τον σωστό τρόπο, ευγενικά και με σεβασμό για τα συναισθήματά του, τού περνάμε το μήνυμα για το ποιά είναι η επιθυμητή συμπεριφορά που πρέπει να έχει σε ένα κοινωνικό σύνολο, στην προκειμένη περίπτωση την οικογένεια, χωρίς εντάσεις και χωρίς να επηρεάζεται η σχέση μας.

Τα παραπάνω παραδείγματα αντιμετώπισης μίας κακής συμπεριφοράς δεν αποτελούν τιμωρία. Με φιλικό τόνο, ο γονέας εκπαιδεύει το παιδί στο τί είναι μία αποδεκτή συμπεριφορά, χωρίς να χρειαστεί καν να υψώσει τη φωνή του. Με αυτή την αντιμετώπιση των παιδιών, μπορούμε να έχουμε άμεσα αποτελέσματα στην αλλαγή της συμπεριφοράς τους και να μειώσουμε στο ελάχιστο το άγχος και τη στενοχώρια που συχνά μας προκαλεί η διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας.

Και επειδή είμαστε όλοι παιδιά, ας δούμε και ένα παράδειγμα από τη ζωή των ενηλίκων.

Ο/Η προϊστάμενός σας μπαίνει έξαλλος/η στο γραφείο σας: ‘Το άρθρο που έγραψες είναι εντελώς άσχετο με το θέμα! Είναι απαράδεκτο! Μην έρθεις αύριο στη συνάντηση για το νέο τεύχος, δεν υπάρχει λόγος!’

Και σε μία άλλη, λίγο διαφορετική περίπτωση: ‘Το άρθρο που έγραψες ξεφεύγει από το θέμα. Θέλουμε κάτι που να είναι έτσι και έτσι, κτλ. Ξέρω ότι μπορείς να το κάνεις. Προσπάθησε αύριο στη συνάντηση να το έχεις φτιάξει κάπως.’

Σκεφτείτε λίγο πώς θα νιώθατε στην κάθε περίπτωση.

Τώρα, αναλογιστείτε ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα της μίας και της άλλης περίπτωσης στην απόδοσή σας και στη σχέση σας με τον/την προϊστάμενό/ή σας.

Το πρώτο παράδειγμα, δεν θα σάς αποθάρρυνε και θα σάς έκανε να νιώθετε ανίκανοι στη δουλειά σας; Δεν θα πλήγωνε τον εγωϊσμό σας;

Το δεύτερο ίσως και να σάς έκανε να ξενυχτήσετε ένα βράδυ για να αποδείξετε ότι όντως, όπως σάς είπε και ο ίδιος ο προϊστάμενος, ναι, μπορείτε να το κάνετε. Και μάλιστα καλύτερα απ’ό,τι θα περίμενε ποτέ.

Ο πρώτος τρόπος, μάλλον θα χειροτέρευε τη σχέση σας με τον/την προϊστάμενό/η σας, ο δεύτερος το πιο πιθανό είναι να την βελτιώσει σημαντικά.

Το ίδιο ισχύει και για τα παιδιά – αν δεν τα αποπάρουμε και αντιθέτως τους φερθούμε ευγενικά και με σεβασμό, δείχνοντάς τους ποιός είναι ο σωστός τρόπος συμπεριφοράς και επιτρέποντάς τους να δοκιμάσουν πάλι αν κάνουν λάθος, είναι πιθανό να μάς εντυπωσιάζουν καθημερινά με την καλή τους συμπεριφορά.

Διαβάστε επίσης: Η τιμωρία και οι φωνές δεν λειτουργούν

Περισσότερα άρθρα