Ο τζίτζικας κι ο μέρμυγκας
Δραστηριότητες ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Παραμυθια

Ο τζίτζικας κι ο μέρμυγκας

January 23, 2014

author:

Parenting.gr

Ο τζίτζικας κι ο μέρμυγκας

Ο τζίτζικας κι ο μέρμυγκας

τζιτζίκι και μυρμίγκιΚάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει τη φωλιά του στα κλαδιά ενός ψηλού δέντρου ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.
Ήταν καλοκαίρι και μόλις ο ήλιος έβγαινε, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από τη φωλιά του και έψαχνε να βρει τροφή. Όταν έβρισκε κάποιο σπόρο, τον φορτωνόταν στην πλάτη και τον μετάφερε στην φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει και αυτό σήμαινε μεγάλο κόπο για το μυρμήγκι. Ο εργατικός μας φίλος εργαζόταν ολόκληρη την ημέρα.
Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από τη φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μέσα στη νύχτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει, δεν έκανε καμία άλλη δουλειά όλη μέρα. Τι όλη μέρα δηλαδή, τη μισή αφού όπως είπαμε ξυπνούσε το μεσημέρι.
Έτσι, περνούσαν οι μέρες, και ήρθε η στιγμή που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα των δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στο χώμα.
Το μυρμήγκι, είχε αρκετές προμήθειες για να τρώει μέχρι την άνοιξη, και έτσι καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα φύλλα. Από την άλλη, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι για να φάει, αλλά δεν υπήρχε τίποτα αφού όλα τα φύλλα, είχαν ξεραθεί. Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε στο μυρμήγκι, και τον παρακάλεσε:
– Καλέ μου φίλε, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.
– Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες; ρώτησε το μυρμήγκι.
– Α! Το καλοκαίρι δεν σκέφτηκα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη την μέρα.
– Ε! Αφού τραγούδαγες το καλοκαίρι, ήρθε τώρα ο καιρός να χορέψεις, είπε το μυρμήγκι και του έδειξε κάποια αργοπορημένα πουλιά που πετούσαν προς το νότο.