Ο παπουτσής και τα ξωτικά
Δραστηριότητες ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Παραμυθια

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

May 11, 2019

author:

Parenting.gr

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

The-Elves-and-the-Shoemaker-e1372107642782-300x238Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν λεφτά για να αγοράσει καινούργια υλικά. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα να τα ράψει το πρωί, που έχει καλύτερο φως. Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του σκέφτηκε:
“Μπορεί να μην ξαναφτιάξω άλλο ζευγάρι παπούτσια. Όταν πουλήσω αυτά εδώ, θα πρέπει να δώσω όλα τα χρήματα για φαγητό και δε θα μείνει τίποτα για υλικά. Πω πω, τι θα κάνω;”
Το επόμενο πρωί ξύπνησε με βαριά καρδιά και κίνησε στεναχωρημένος για το εργαστήριό του. Αντί όμως για τα δερμάτινα κομμάτια, βρήκε να τον περιμένει ένα ζευγάρι παπούτσια! Ήταν ραμμένα με λεπτότητα και με τις πιο κομψές ραφές που είχε δει ποτέ του. Ο παπουτσής τα έχασε! Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβαλε τα παπούτσια στη βιτρίνα.
Ακόμη αναρωτιόταν τι είχε συμβεί, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πλούσιος ηλικιωμένος κύριος, που ήθελε να αγοράσει τα παπούτσια και μάλιστα του πρόσφερε πάρα πολλά χρήματα! Πληρώθηκε λοιπόν και αμέσως πήγε να αγοράσει περισσότερα υλικά και φαγητό για την οικογένεια του.
Το ίδιο βράδυ ο παπουτσής έκατσε πάλι στον πάγκο του κι έκοψε δέρμα για δυο ζευγάρια παπούτσια από το καινούργιο. Μετά άφησε τα κομμάτια απλωμένα όπως την άλλη φορά, έτοιμα για να τα ράψει το πρωί.
Όταν πήγε στο εργαστήρι του την άλλη μέρα το πρωί, βρήκε πάλι δυο ζευγάρια παπούτσια, έτοιμα ραμμένα πάνω στον πάγκο του κι αναρωτήθηκε:
“Μα ποιος μπορεί να είναι αυτός που δουλεύει τόσο γρήγορα και κάνει μάλιστα τόσο κομψές ραφές;”
Έβαλε λοιπόν τα παπούτσια στη βιτρίνα και σε λίγη ώρα πλούσιοι άνθρωποι, που δεν είχαν ξαναμπει στο μαγαζί του, ακριβοπλήρωσαν για να τα αγοράσουν. Ο παπουτσής βγήκε πάλι έξω, κι αυτή τη φορά αγόρασε περισσότερο δέρμα κι το έκοψε για περισσότερα παπούτσια.
Για βδομάδες συνέβαινε το ίδιο πράγμα κάθε νύχτα. Δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικές φορές και περισσότερα, φτιάχνονταν σε μια νύχτα. Κι ο παπουτσής σύντομα έγινε πασίγνωστος σε όλη την πόλη για τα καταπληκτικά του παπούτσια.
Παράλληλα όμως, τον έτρωγε κι η περιέργεια. Ποιος ήταν αυτός που κατασκεύαζε τα παπούτσια; Τέλος δεν άντεξε άλλο. Με τη γυναίκα του αποφάσισαν να δουν ποιοι ήταν οι βραδινοί επισκέπτες. Έμειναν λοιπόν ξύπνιοι και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα. Μόλις το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άκουσαν ένα τρεχαλητό έξω από το παράθυρο και μετά είδαν δυο μικρά ανθρωπάκια να τρυπώνουν. Ύστερα κάθησαν στον πάγκο, έβγαλαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία από την τσάντα τους και άρχισαν να ράβουν τα δέρματα. Ο παπουτσής και η γυναίκα του δεν πίστευαν στα μάτια τους, γιατί τα μικρά ανθρωπάκια δεν ήταν μεγαλύτερα από τις βελόνες. Πριν ξημερώσει, τρία υπέροχα ζευγάρια παπούτσια βρίσκονταν πάνω στον πάγκο. Τα ξωτικά μάζεψαν τα εργαλεία, τακτοποίησαν και έφυγαν.
Ο παπουτσής και η γυναίκα του, όταν συνήλθαν από την έκπληξη, άρχισαν να σκέφτονται πως θα μπορούσαν να δείξουν ευγνωμοσύνη στα ξωτικά. Η γυναίκα του πρότεινε λοιπόν να τους φτιάξουν καινούργια ρούχα. Την άλλη μέρα η γυναίκα του παπουτσή έραψε δυο μικρές πράσινες ζακέτες και δυο παντελόνια, ενώ ο παπουτσής έραψε δυο ζευγάρια μπότες.
Την παραμονή των Χριστουγέννων άφησαν τα δώρα τους πάνω στον πάγκο, μαζί με δυο ποτηράκια κρασί και μια πιατελίτσα με εδέσματα. Όταν νύχτωσε, κρύφτηκαν πάλι πίσω από την πόρτα. Τα μεσάνυχτα πάλι, τα ξωτικά μπήκαν στο μαγαζί κι ανέβηκαν στον πάγκο. Σαν είδαν τις μικρές πράσινες ζακέτες, τα παντελόνια και τις μπότες, χοροπήδησαν από την χαρά τους. φόρεσαν γρήγορα τα ρούχα, έφαγαν και ήπιαν, κι εξαφανίστηκαν σαν αμέσως.
Μετά τα Χριστούγεννα ο παπουτσής συνέχισε να κόβει τα δέρματα και να τα αφήνει πάνω στον πάγκο, μα τα ξωτικά δεν επέστρεψαν ποτέ. Είχαν καταλάβει ότι ο παπουτσής και η γυναίκα του, τα είχαν δει. Και τα ξωτικά δεν θέλουν να τα βλέπουν οι άνθρωποι.
Αλλά ο παπουτσής δεν πειράχτηκε. Το μαγαζί του ήταν τόσο περίφημο πια, και είχε πάρα πολλούς πελάτες. Βέβαια οι δικές του ραφές δεν ήταν τόσο κομψές, όπως αυτές των ξωτικών, μα κανείς δεν έδινε σημασία. Έτσι, οι δουλειές του συνέχισαν να πηγαίνουν καλά και δεν έλειψε τίποτα πια από την οικογένεια του. Από τότε κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, μαζεύονται γύρω από τη φωτιά και πίνουν στην υγειά των ξωτικών, που τους βοήθησαν.

Originally posted 2013-12-23 21:18:06.